Premier, δεν είναι το όνομά μου, αν και θα μου άξιζε ο τίτλος. Είναι το μπαρ που πήγαινα τις Παρασκευές τα τελευταία τέσσερα χρόνια με το φίλο μου το Δημήτρη, μαζί κοντά σαράντα χρόνια, απ’ το σχολείο, πανέμορφος, έξυπνος και καλός μαθητής αυτός, πανέμορφος και έξυπνος εγώ, εντάξει λίγο εξυπνότερος εγώ, μη πέσει και το σπίτι και με πλακώσει αν δε το παινέψω λίγο, καλά βρε μαλάκα μη φωνάζεις, γράψε εσύ ένα κείμενο πες ότι ήσουν εξυπνότερος και θα το δημοσιεύσουμε, μαθηματικός αυτός κάποτε, κάτι σαν νομικός εγώ, στο εμπόριο αυτός τώρα, ρέει το χρήμα, την υγειά του να χει να το χαίρεται, κάτι σαν νομικός εγώ τώρα, με πληρώνει το Δημόσιο, σε κρίσεις αυτοκριτικής ειλικρίνειας αναρωτιέμαι γιατί, μη ρωτάτε όμως, κάπως πρέπει να θρέψω κι εγώ την υπομονετική, πίσω από κάθε επιτυχημένο δημόσιο υπάλληλο υπάρχει πάντα μια υπομονετική γυναίκα που τον συμπαραστέκεται, κι ωραία γυναίκα μου και τα εξυπνότερα κι από μένα παιδιά μου, για την ομορφιά τους δε θα πω τίποτα μη τα ματιάξω, αλλά όσοι έχετε κόρες σπεύσατε, στην παραλία της Κρήνης, ξέρετε εκεί απέναντι από το Remezzo, απέπνεε παρακμή, ξεφτισμένες πολυθρόνες, παλιοκαιρισμένες καρέκλες, ξεφλουδισμένα σκαμπό γύρω από ένα αξιοπρεπές μπαρ, όπου μαζεύονταν μέρος των ΚΑΠΗ της πόλης κι μ’ έκαναν να αισθάνομαι σχεδόν νέος, α ναι και κάτι ξεπεσμένοι Πρόεδροι, όπως ο Βεζυρτζής του ΠΑΟΚ (μακριά από μας), τον έφαγε ο Ζαγοράκης, που πας ξεβράκωτος στην τεστοστερόνη του Θοδωρή Νικο μου, κι αν εμφανιζόταν καμιά νεότερη των τριάντα ευχαριστούσαμε εν χορώ το μεγαλοδύναμο για το δώρημα, και παίρναμε όλη στα κλεφτά καμιά τζούρα, καλά καλά μαζέψτε τα σάλια σας οι αρσενικοί, για ματιά μιλάω, και τα στοιχήματα έπεφταν σωρό, την παίρνει ο μπάρμαν, είναι της τσατσάς η κόρη, κράχτης για λιγούρηδες, έχασε το δρόμο και να ο δεύτερος γύρος για το πόση ώρα θ’ αντέξει κλπ και μεσα σ’ αυτά και η μπαργούμαν απ’ άλλο κόσμο, ξέρετε αυτόν που το νούμερο της ηλικίας είναι κάτι σαν το σκορ σε παιχνίδι του μπάσκετ στο πρώτο δεκάλεπτο 21-23, άντε αν μπει και κανένα τρίποντο στην εκπνοή να γίνει 23-26 κι ήταν ψηλή και όμορφη, σιγά να μη δεν ήταν , ολόκληρο στρατό κρατούσε γύρω της και έκανε σεφτέ το μαγαζί, κι ήταν εκεί ο Πρόεδρος, είχε αυτοαναγορευτεί και του το αναγνωρίσαμε, δεν έμαθε ποτέ ποιου πράγματος προήδρευε, κάποτε τραπεζικός τις μέρες του premier λογιστής και κάτι με ξενοδοχεία, δεν κατάλαβα ακριβώς, καράφλας εντελώς κάτι σαν κουκουβάγια με τα μάτια να βλέπουν τη Μαρία ή Άννα ή Χριστίνα ή όπως την έλεγαν τέλος πάντων και να πετάγονται λίγο πιο έξω από τη μύτη του, ήθελα να του βάλω σαλιάρα, μη μαλάκα έλεγε ο Δημήτρης θα θυμώσει, μα λερώνει το πουκάμισό του αντέτεινα εγώ, κι ο Άρης, κρίμα τ΄ όνομα, Αρη ολέο Αρη ολέο ομαδάρα ρε, πιο κοιμισμένος κι από γερασμένο σκύλο, μιλούσε και κοιμούνταν τα φωνήεντα μέχρι που κάποιος τυχαίος συνδυασμός από υγρά, σύμφωνα λέμε, σύμφωνα, τον έπνιγαν και τα ξυπνούσε και τότε ακούγονταν τα α και το ε σα κροτάλισμα πολυβόλου που έριχνε τις τελευταίες σφαίρες της δεσμίδας κι έπειτα σιώπαινε, βιοτέχνης, το κοκκινίζει ο word, μα πως γράφεται αυτός ο βιοτέχνης, βαριέμαι τώρα να ψάχνω τον Μπάμπι, δήλωνε θαρρώ, κι ο Γιάννης κοντός, αλλά δε πειράζει, ήταν καλό παιδί και σίγουρα βιοτέχνης και πρωτοπόρος στα γαβγάδικα, προσέξτε γαβγάδικα όχι Γαυγάμηλα, το διευκρινίζω γιατί εσείς οι Μακεδόνες εδώ πάνω έχετε και μια ευαισθησία με τον Μέγα και τις μάχες του, καλά κι εγώ μαζί σας είμαι αλλά κυρίως γιατί στάθηκε τσαμπουκάς με κείνο τον ηλίθιο δεσμό, φορούσε πάντα ωτοασπίδες και φυσικά ο Μιχαλάκης, καλός γλυκός και φαλακρός βιοτέχνης ήτανε κι αυτός και φίλος καλός και στα μπουζούκια θα πήγαινε ακόμη και μοναχός, ήταν κι άλλοι γύρω από το μπαρ και φυσικά οι χυστομαλακίες, γεια σου sardonian, κάντε κλικ ρε δε θα χάσετε, ποιητή, έπεφταν κατά ριπάς, τη Παρασκευή μιλάμε μόνο για μουνί, φτου σας σεξιστικά γουρούνια, ήταν η συμφωνία κι αυτός ήταν όρκος τιμής, όποιος τον πατούσε, αποσυνάγωγος του έπρεπε η χλεύη, κι ήταν κι ένα λιγδιάρης, πήρε περισσότερες γυναίκες απ’όσες εσύ ανάσες μου έλεγαν κι εγώ τον έβλεπα κι έλεγα μα είναι μαλακισμένες αυτές οι γυναίκες κι ευχαριστούσα το Δημιουργό που δεν μου έκανε τέτοιο κακό κι οι μαλακίες έστηναν χορό, αρσενικά πεταμένα λεφτά, και να οι γλύκες στη Μαρία κι άντε τώρα να πείσεις τη Μαρία, την Άννα ή τη Χριστίνα με κάτι σάλια τι όμορφη που είσαι, λες και δεν το είχε ξανακούσει, και διάφορα άλλα σαχλά κι αυτή γυρνούσε προς την άλλη μεριά κι οι γκριμάτσες και τα πωπω μανάρι μου και τι μουνάκι είσαι εσύ και άλλα τέτοια μαγικά, έμπαιναν στη σειρά κι αυτό κάθε Παρασκευή, τόσο που είχα μάθει το σενάριο απέξω κι ανακατωτά και έπαιζα μόνος μου το έργο και κάθε φορά που έφθανε η ώρα για το γαβγάδικο, εκεί κοντά στις δυο κάθε φορά σκεφτόμουν πόσο σπέρμα δεν θα έβρισκε το στόχο του και πάλι και μια βραδιά εκεί στην άκρη του μπαρ ένας μόνος άγνωστος, κίνησε υποψίες στην αρχή μετά τον γραψαν όλοι τους κανονικά, τον έβλεπα να την κοιτά φορούσε ένα τζιν στενό κι ένα μπλουζάκι κολλητό και κει στη μέση της και δεξιά είχε μια ελιά, ήπιε τρία τέσσερα ποτά και κάτι έγραφε, απόψε έχει «ΧΑΡΑΜΑ» παιδιά, εμπρός γενναίοι μου, ναι μη γελάτε θέλει ηρωισμό το Χάραμα, πρέπει να είσαι δυνατός, να αντέχεις σε σεισμούς λιμούς και καταποντισμούς για να τη βγάλεις καθαρή, μα θα σας πω άλλη φορά, κι έφυγε πριν από μας κι άφησε στο πάγκο ένα χαρτί το μάζεψα το διάβασα και το έβαλα στη τσέπη μου και επειδή είστε ανθεκτικοί και φτάσατε ίσαμε αυτή τη γραμμή σας το διαβάζω
Τη νύχτα μες στο μπαρ οι μουσικές
Χορεύουν μπλουζ με του μυαλού μου τις σκιές
Παλιές εικόνες και φωνές ξεψυχισμένες
Ρίμες που σέρνονται στο νου μου λυπημένες
Κι εσύ που στέκεις λυγερή πίσω απ’ το πάγκο
Με τα ποτά για παρτενέρ χορεύεις τάγκο
Ιέρεια μοιάζεις σε πανάρχαια θρησκεία
Στην κουρασμένη μου ζωή δίνεις ουσία
Τα μάτια σου σα δίδυμα φεγγάρια
Χαρίζουν λάμψη σ’ ένα σύμπαν μαγικό
Η ελιά στη μέση σου το γέννησε μια νύχτα
Κι απόμεινε της έκρηξης σημάδι μυστικό.
Τώρα το Premier έκλεισε, δεν υπάρχει κοινωνική ευαισθησία σ’ αυτό το τόπο κι εμείς στο προθάλαμο της τρίτης ηλικίας ξεσπιτωθήκαμε και ψάχνουμε από τότε άλλο στέκι να στεγάσουμε τις υψηλές αναζητήσεις τα Παρασκευής και με την ευκαιρία είμαστε ανοιχτοί σε κάθε πρόταση, αρκεί να έχει λίγη μέχρι άπατη παρακμή να έχει αμφίβολα ποτά και τα ΚΑΠΗ να είναι πολλά….
(...................................................,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!)